Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

προξενώ στα γαλλικά
προξενώ
λέγεται
prokse’no
.
προξενώ
σημαίνει στα γαλλικά
causer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- προξενώ ζημία : causer un dommage
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
