Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πρόσβαση στα γαλλικά
πρόσβαση
λέγεται
’prozvasi
.
πρόσβαση
σημαίνει στα γαλλικά
accès
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πρόσβαση : Accès
- πρόσβαση : condition d'accès
- πρόσβαση : accès
- πρόσβαση : mise à la disposition
- συνδρομή / σύνδρομη πρόσβαση : accès concurrent
- ECBASES / πρόσβαση στις κοινοτικές βάσεις δεδομένων : ECBASES / accès aux bases de données communautaires
- (CSMA/CD) : CSMA/CD
- (TDMA) / πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης χρόνου : TDMA / time division multiple access
- πρόσβαση στην αγορά μη γεωργικών προϊόντων / ΝΑΜΑ : accès aux marchés pour les produits non agricoles
Subscribe
0 Comments


