Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πυθμένας στα γαλλικά
πυθμένας
λέγεται
pith’menas
.
πυθμένας
σημαίνει στα γαλλικά
fond
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πυθμένας : fonçure
- πυθμένας : fond
- πυθμένας : culot
- πυθμένας / πυθμένας της θάλασσας : fond / fond de la mer
- δάπεδο / πυθμένας : radier
- πυθμένας : culots d'ergols
- πυθμένας : fond / fonds
- πάτος / φουντί : fond / fonçure
- πάτος / πυθμένας : fond / plateau
Subscribe
0 Comments


