Εφαρμογή του

πώμα στα γαλλικά
πώμα
λέγεται
’poma
.
πώμα
σημαίνει στα γαλλικά
capsule
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πώμα / τάπα : bouchon fileté / vis d'obturation
- Πώμα : bouchon / capsule
- πώμα : bouchon
- πώμα / Λειασμένο μασίφ καπάκι : bouchon massif allégé
- Πώμα / καπάκι φιάλης τύπου νομίσματος : bouchon lorgnon / bouchon pastille
- πώμα : tétine
- πώμα / ελαστικό πώμα μονώσεως : bouchon isolant
- πώμα / βύσμα : bouchon
- πώμα / πωμάτωση μέσω μάζας σκυροδέματος : bouchon
- πώμα : aluspot
Subscribe
0 Comments