Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ρόμβος στα γαλλικά
ρόμβος
λέγεται
’ronvos
.
ρόμβος
σημαίνει στα γαλλικά
losange
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πησσί / ρόμβος : barbue
- ρόμβος : rhombe / losange
- ρόμβος : diamant / losange
- ρόμβος επισήμανσης κινδύνων : losange de sécurité / diamant de danger du NFPA
Subscribe
0 Comments


