Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σάλι στα γαλλικά
σάλι
λέγεται
’sali
.
σάλι
σημαίνει στα γαλλικά
châle / écharpe
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σάλι : châle
- σάλι από κασμήρι : châle de cachemire
- σάλι από αυθεντικό κασμήρι : pushmina
Subscribe
0 Comments


