Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σκιερός στα γαλλικά
σκιερός
λέγεται
skie’ros
.
σκιερός
σημαίνει στα γαλλικά
ombragé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σκιερός / σκιασμένος χώρος : ombrière
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
