Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σπείρα στα γαλλικά
σπείρα
λέγεται
’spira
.
σπείρα
σημαίνει στα γαλλικά
bande / clan
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σπείρα : épi
- έλικα / σπείρα : volute
- σπείρα : spire
- βολβός / σπείρα : boudin
- σπείρα : nombre de spires par couches de renvidage
- σπείρα / περιέλιξη : spire
- έλικα / σπείρα : boucle
- σπείρα / μεταλλική σπείρα : coil / spire métallique
- σπείρα / συμμορία : bande
Subscribe
0 Comments


