Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στάθμευση στα γαλλικά
στάθμευση
λέγεται
’stathmefsi
.
στάθμευση
σημαίνει στα γαλλικά
stationnement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στάση / στάθμευση : parce / stationnement
- στάση / στάθμευση : parce
- στάθμευση / στάθμευσις : parcage / stationnement
- στάθμευση : campement
- στάση / στάθμευση : arrêt
- αναμονή κλήσης / στάθμευση κλήσης : parcage / mise en attente
- κινητή στάθμευση : arrêt mobile / taquet d'arrêt
- πέδηση στάθμευσης / πέδηση για στάθμευση : freinage d'arrêt
- προβλέπω στάθμευση : marquer l'arrêt
- ενδιάμεση στάθμευση : arrêt intermédiaire
Subscribe
0 Comments


