Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τούβλο στα γαλλικά
τούβλο
λέγεται
’tuvlo
.
τούβλο
σημαίνει στα γαλλικά
brique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Τούβλα / οπτόπλινθος : brique / briques
- κουφωτή / πρότυπο κοίλο τούβλο : brique creuse standard
- ωμό τούβλο : brique en cru vert
- διπλό τούβλο : brique double
- κοίλο τούβλο / διάκενος πλίνθος : brique creuse
- άψητο τούβλο : brique durcie chimiquement
- τούβλο αψίδας : brique de voûte
- τούβλο γωνίας : bloc d'angle
- τούβλο χρωμίου : brique de Corhart
- τούβλο σκωρίας : brique de laitier
Subscribe
0 Comments


