Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τούμπα στα γαλλικά
τούμπα
λέγεται
’tuba
.
τούμπα
σημαίνει στα γαλλικά
tonneau
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τούμπα / αυλοί λέβητα : tubes vaporisateurs
- τούμπα / κυβίστημα : tournoiement
- κυβίστημα / τούμπα ανθρώπινου σώματος : vrille
- παίρνω τούμπα : décroche
- τούμπα-μπάσσο : basse / basstuba
Subscribe
0 Comments


