Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τρίχα στα γαλλικά
τρίχα
λέγεται
’triha
.
τρίχα
σημαίνει στα γαλλικά
poil / cheveu
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τρίχα : poil / voile
- τρίχα : poil
- τρίχα / μαλλιά : poils / cheveux
- τρίχα : crin
- Ταμπίκο / τρίχα του Ταμπίκο : istle / ixtle
- νεκρή ίνα / νεκρή τρίχα : jarre
- τρίχα αιγός : poil de chèvre
- τρίχα ασβού : poil de blaireau
- τρίχα αγκορά : poils d'angora
- φυτική τρίχα : crin végétal
Subscribe
0 Comments


