Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φαρμακείο στα γαλλικά
φαρμακείο
λέγεται
farma’kio
.
φαρμακείο
σημαίνει στα γαλλικά
pharmacie
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φαρμακείο / φαρμακείο ανοικτό στο κοινό : pharmacie d'officine / officine pharmaceutique
- φαρμακείο : pharmacie
- φαρμακείο / φαρμακοκιβώτιο : boîte à pansements
- φαρμακοποιϊα : pharmacie
- φαρμακείο τοίχου / αναρτώμενο ερμάριο χρησιμοποιούμενο ως φαρμακείο : armoire à pharmacie à suspendre
- φαρμακείο πλοίου : pharmacie de bord
- εξωτερικό ιατρείο / φαρμακείο νοσοκομείου : officine hospitalière
- οικιακό φαρμακείο : armoire à pharmacie / pharmacie de famille
- φαρμακείο σταύλου : pharmacie d'étable
- φαρμακείο νοσοκομείου : pharmacie hospitalière
Subscribe
0 Comments


