Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abordable στα ελληνικά
abordable
λέγεται
αμπορντάμπλ
.
abordable
σημαίνει στα ελληνικά
προσιτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accessibilité / caractère économiquement abordable : δυνατότητα πρόσβασης
- accès à un prix abordable à un service universel : προσιτή οικονομικά πρόσβαση σε καθολική υπηρεσία
Subscribe
0 Comments


