Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abrupt στα ελληνικά
abrupt
λέγεται
αμπρύπτ
.
abrupt
σημαίνει στα ελληνικά
απόκρημνος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- côte / escarpe : βραχώδες φρύδι
- côte abrupte : απότομη ακτή / απόκρημνη ακτή
- jonction abrupte : επαφή απότομης μεταβολής προσμείξεων
- jonction abrupte : απότομη ένωση
- jonction rapide p-n / jonction abrupte p-n : Ένωση p-n απότομη / ένωση p-n με απότομη μεταβολή της νόθευσης
- distribution abrupte : τραχεία κατανομή
- jonction abrupte-graduelle : ένωση απότομης μεταβολής νόθευσης
- plateau océanique à flancs abrupts : απόκρυμνο ωκεάνειο οροπέδιο
- correction pour distribution abrupte : διόρθωση τραχύτητας
- partie de la coque en surplomb abrupt : οξεία προεξοχή του σκάφους / με απότομη κλίση υπερεξέχον τμήμα του σκάφους
Subscribe
0 Comments


