Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

accidentel στα ελληνικά
accidentel
λέγεται
αξινταντέλ
.
accidentel
σημαίνει στα ελληνικά
τυχαίος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accidentel : τυχαίος / αιφνίδιος
- fixation / addition accidentelle : προσθήκη
- fixation / addition accidentelle : τυχαία σύλληψη στοιχείων κατά την εναπόθεση
- REMPEC / centre régional méditerranéen pour l'intervention d'urgence contre la pollution marine accidentelle : REMPEC / περιφερειακό κέντρο αντιμετώπισης επειγόντων περιστατικών θαλάσσιας ρύπανσης της Μεσογείου
- erreur fortuite / erreur aléatoire : τυχαίο σφάλμα
- prise accessoire (Preferred) / capture accessoire (Preferred) : παρεμπίπτον αλίευμα
- arrêt accidentel : τυχαία παύση
- rejet accidentel : τυχαία απόρριψη / συμπτωματική απόρριψη
- décès accidentel : θάνατος συνεπεία ατυχήματος
- perte accidentelle : τυχαία απώλεια
Subscribe
0 Comments


