Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

acquis στα ελληνικά
acquis
λέγεται
ακί
.
acquis
σημαίνει στα ελληνικά
κεκτημένο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- acquis / acquis de l'Union : κεκτημένο / κεκτημένο της ΕΕ
- acquis : κεκτημένο
- PISA / Programme international pour le suivi des acquis des élèves : PISA / Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών
- SIDA / syndrome immunodéficitaire acquis : AIDS / ΣΕΑΑ
- sidas / syndrome d'immunodéficience acquise du singe : Σ.Ε.Α.Π. / σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας πιθήκου
- RETEX / retour d'expérience : διαδικασία άντλησης διδαγμάτων από την αποκτηθείσα εμπειρία
- PAV / PAVM : πνευμονία τoυ αναπνευστήρα / πνευμονία που συνδέεται με τη χρήση αναπνευστήρα (Π.Σ.Α.)
- SIDA / Syndrome d'immuno-déficience acquise : AIDS/έιτζ
- s'exposer / être exposé : έκθεση / απόκτηση πρόσβασης
- PNAA / programme national d'adoption de l'acquis : ΕΠΥΚ / εθνικό πρόγραμμα για την υιοθέτηση του κεκτημένου
Subscribe
0 Comments


