Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

acquittement στα ελληνικά
acquittement
λέγεται
ακιτμάν
.
acquittement
σημαίνει στα ελληνικά
αθώωση / εξόφληση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- acquittement : αθωωτική απόφαση
- acquittement : εξόφληση
- acquittement / jugement d'acquittement : αθώωση / αθωωτική απόφαση
- acquittement / accusé de réception : αποδοχή
- acquittement : αθώωση
- acquittement d'alarme : γνωστοποιημένος συναγερμός
- acquittement sélectif / accusé de réception sélectif : γνωστοποίηση υποτελούς
- acquittement d'alarme : αποκοπή συναγερμού
- non acquittement d'alarme : αγνωστοποίητος συναγερμός
- acquittement des messages : παραλαβή μηνύματος
Subscribe
0 Comments


