Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

adversaire στα ελληνικά
adversaire
λέγεται
αντβερσέρ
.
adversaire
σημαίνει στα ελληνικά
αντίπαλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- adversaire de la vaccination : απεχθανόμενος τον υποχρεωτικό εμβολιασμό
- expert intervenant pour l'adversaire : εμπειρογνώμονας για λογαριασμό του αντιδίκου
Subscribe
0 Comments


