Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

affaire στα ελληνικά
affaire
λέγεται
αφέρ
.
affaire
σημαίνει στα ελληνικά
υπόθεση / δουλειές / πράγματα / homme d’affaires επιχειρηματίας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- DG MARE / DG Affaires maritimes et pêche : Γενική Διεύθυνση Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας
- affaire : υπόθεση
- affaire : δικαστική υπόθεση
- affaire : επιχείρηση
- SG.A.3 / Affaires juridiques : SG.A.3 / Γ.Γ. Α 3 (Preferred)
- COSAC / Conférence des organes spécialisés dans les affaires de l'Union : COSAC / Διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
- Conseil "Affaires générales et relations extérieures" / CAGRE : ΣΓΥΕΣ / Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων
- haut représentant de l'Union pour les affaires étrangères et la politique de sécurité / HR : Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας / ΥΕ
- jonction : συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων / συναφείς αγωγές
- ECOFIN / affaires économiques et financières : ECOFIN / Οικονομικά και Δημοσιονομικά Θέματα
Subscribe
0 Comments


