Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

affranchir στα ελληνικά
affranchir
λέγεται
αφρανσίρ
.
affranchir
σημαίνει στα ελληνικά
κολλάω γραμματόσημο / ελευθερώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- affranchir : επάγω τη ριζοβολία εμβολίου
- affranchisseuse / machine à affranchir : μηχανή γραμματοσήμανσης / μηχανή αποτύπωσης ταχυδρομικών τελών σε φάκελα αλληλογραφίας
- carte affranchie : ταχυδρομικό δελτάριο που φέρει γραμματόσημο
- affranchi d'impôt : απαλλάσσομαι από τη φορολογία
- machine à affranchir : μηχανικός μετρητής / συσκευή προπληρωμής ταχυδρομικού τέλους
- enveloppe affranchie : φάκελος που φέρει γραμματόσημο
- extrémité affranchie : αμβλυμένο άκρο
- machine à affranchir / machine à affranchir la correspondance : μηχανή αποτύπωσης ταχυδρομικών τελών
- machine à affranchir : μηχανή προπληρωμής
- machine à affranchir : Μετρητής ταχυδρομικού τέλους / μηχανή ταχυδρομικής ατέλειας
Subscribe
0 Comments


