Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

âgé στα ελληνικά
âgé
λέγεται
αζέ
.
âgé
σημαίνει στα ελληνικά
ηλικιωμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- AGE / accords généraux d'emprunt : ΓΣΔ / Γενική συμφωνία δανειοληψίας
- âge : ηλικία/περίοδος (γεωλογική)
- AGE / accord général d'emprunt : Γενική Συμφωνία Δανεισμού / Γενικές Pυθμίσεις Δανεισμού
- âge : ηλικία
- age : άξονας / σταβάρι
- TFA / taux de fécondité par âge : ποσοστό γονιμότητας ανά ηλικία / ποσοστό γονιμότητας κατά ηλικία
- TIDE / initiative technologique en faveur des personnes handicapées et des personnes âgées : TIDE / κοινοτική τεχνολογική πρωτοβουλία υπέρ των ατόμων με ειδικές ανάγκες και των ηλικιωμένων
- TIDE / Technologie au service de l'intégration économique et sociale des handicapés et des personnes âgées : TIDE / Τεχνολογία για την κοινωνικοοικονομική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες και των ηλικιωμένων
- AG / âge gestationnel : ηλικία κυήσεως
- AMSM / âge moyen singularisé au mariage : μέση ηλικία άγαμου πληθυσμού
Subscribe
0 Comments


