Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

agiter στα ελληνικά
agiter
λέγεται
αζιτέ
.
agiter
σημαίνει στα ελληνικά
ξεσηκώνω / κουνάω / agité ταραγμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- impatiences / syndrome des jambes sans repos : ανώμαλος κίνησις των σκελών / σφάλματα των μυών της κνήμης
- mer agitée : ταραγμένη θάλασσα
- vrille agitée : ταλαντωτική περιδίνηση
- réacteur agité : αντιδραστήρας με ανάδευση
- chorée agitante : σύνδρομο Parkinson
- bain de fusion agité / bain de fusion effervescent : ταραγμένο μεταλλικό λουτρό
- agitante juvénile de Hunt : ασθένεια του Parkinson / σύνδρομο ωχρής σφαίρας
- agiter pour obtenir une dispersion : στροβιλίζω για διασκορπισμό
- traînée additionnelle sur mer agitée : αντίσταση από θαλασσοταραχή
- asperseur à levier agitant à une buse : εκτοξευτής με ένα ακροφύσιο / εκτοξευτής με δονούμενο βραχίονα
Subscribe
0 Comments


