Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ailé στα ελληνικά
ailé
λέγεται
ελέ
.
ailé
σημαίνει στα ελληνικά
φτερωτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ailé : πτερυγοειδής
- aile : πτέρυγα
- aile / garde-boue : φτερό / λασπωτήρας
- aile / pale d'hélice : πτερύγιο έλικας
- aile : σκέλος
- aile : πέλμα / πτέρυξ
- aile : φτερό / μπάντα
- aile : φτερούγα
- aile : πτερύγιον
Subscribe
0 Comments


