Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

allonger στα ελληνικά
allonger
λέγεται
αλονζέ
.
allonger
σημαίνει στα ελληνικά
απλώνω / μακραίνω / s’ allonger ξαπλώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- allonge : προσθήκη / παράρτημα
- allonge : επέκταμα
- paille(B) / bouillon allongé : επιμήκης φυσαλίδα
- allonge : άξονας ελάστρου
- s'allonger : εντείνω / τεντώνω
- peau allongée : επιμηκυνθέν δέρμα
- maille double / maille retenue : διπλή πλέξη
- crosse allongée : επιμηκυμένη κεφαλή ακροστάτη
- potamot allongé : ποταμογείτων ο επιμήκης
- pelote allongée : πελότα / τσιλές
Subscribe
0 Comments


