Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

alouette στα ελληνικά
alouette
λέγεται
αλουέτ
.
alouette
σημαίνει στα ελληνικά
κορυδαλός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- alouette lulu : δενδροσταρήθων
- alouette lulu : δεντροσταρήθρα
- alouette nègre : μαυρογαλιάντρα
- céraiste commun / mouron d'Alouette : κεράστιο το τρίοδο
- mirafra africana / alouette à tête rousse : mirafra africana / αφρικανοκορυδαλλός
- alouette calandre : βουνογαλάντρα
- alouette calandre : γαλιάντρα
- miroir à alouettes : καθρέπτης για παραπλάνηση των πτηνών
- alouette des champs : σιταρήθρα
- alouette pispolette : ρηγογαλιάντρα
Subscribe
0 Comments


