Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amour στα ελληνικά
amour
λέγεται
αμούρ
.
amour
σημαίνει στα ελληνικά
έρωτας / αγάπη / amour propre φιλότιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- MDA / pilule d'amour : ΜDA
- hyphéphilie / amour des tissus : σεξουαλική ικανοποίηση από την προστριβή με υφάσματα
- effet de vanité / biais dû à l'amour propre : επίδραση έπαρσης
- période des amours / période d'accouplement : γόνιμη περίοδος / περίοδος οχειών
- bombardement par l'amour : βομβαρδισμός αγάπης
Subscribe
0 Comments


