Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

apnée στα ελληνικά
apnée
λέγεται
απνέ
.
apnée
σημαίνει στα ελληνικά
χωρίς αναπνοή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- apnée : άπνοια
- apnée / plongée libre : ελεύθερη κατάδυση
- SAOS / syndrome d'apnée obstructive du sommeil : σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας του ύπνου
- ECG en apnée : ΗΚΓ εν απνοία
- syndrome d'apnée du sommeil : σύνδρομο υπνικής άπνοιας
- épreuve de l'apnée prolongée : δοκιμασία παρατεταμένης απνοίας
- respiration périodique sans apnée : διακεκομμένη αναπνοή
Subscribe
0 Comments


