Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

apparence στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
apparence
λέγεται
απαράνς
.
apparence
σημαίνει στα ελληνικά
φαινόμενο / πρόσχημα / εμφάνιση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • prima facie / apparence de : εκ πρώτης όψεως
  • apparence de / présomption de : αληθοφάνεια προβαλλόμενης αξίωσης (fumus boni juris) / εκ πρώτης όψεως
  • apparence délavée / disparition du décor : Σβήσιμο διακόσμησης
  • apparence du chant : εμφάνιση των άκρων / εμφάνιση των σόκορων
  • relation d'apparence : σχέση εμφάνισης / σχέση προσομοίωσης
  • restaurer son apparence initiale : επανέρχομαι στην αρχική μου μορφή
  • prééminence de la réalité sur l’apparence : η oυσία υπεράνω τoυ τύπoυ
  • faux qui a une apparence d'authenticité / faux donnant à première vue une impression d'authenticité : νοθευμένο έγγραφο, νοθευμένο τραπεζογραμμάτιο
  • prééminence de la réalité sur l'apparence : υπεροχή της πραγματικότητας έναντι των φαινομένων
  • une décision prise sous l'apparence d'un règlement : απόφαση που εκδίδεται ως κανονισμός

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments