Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aride στα ελληνικά
aride
λέγεται
αρίντ
.
aride
σημαίνει στα ελληνικά
άνυδρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- aride : αυχμηρός ή ξηρός
- ICRISAT / Institut international de recherche sur les cultures des zones tropicales semi-arides : ICRISAT / Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για τις Καλλιέργειες στις Τροπικές Ημιάγονες Ζώνες
- zone aride / région aride : άγονη περιοχή / περιοχή ξηρού κλίματος
- zone aride : άνυδρη περιοχή
- semi-aride : ημιαυχμηρός ή ημίξηρος
- terre aride / zone, terre aride : άγονη περιοχή
- climat aride : ξηρό κλίμα
- zone semi-aride : ημιάνυδρη περιοχή / υπο-άνυδρη περιοχή
- zone semi-aride : ημιαυχμηρή ζώνη,ημίξηρη ζώνη,ημιάγονη ζώνη
- érosion désertique / érosion des régions arides : ερημική διάβρωσις / διάβρωσις ξηρών περιοχών
Subscribe
0 Comments


