Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arrêt στα ελληνικά
arrêt
λέγεται
αρέ
.
arrêt
σημαίνει στα ελληνικά
σταμάτημα / στάση / sans arrêt συνέχεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arrêt : αναστολή
- arrêt : απόφαση
- arrêt : περιοχή ακινητοποίησης / διάδρομος ακινητοποίησης
- arrêt : καταδικαστική απόφαση/καταδίκη
- arrêt / coupure : διακοπή τροφοδοσίας
- arrêt / confinement : συγκράτηση
- arrêt / arrêter : θέση εκτός λειτουργίας / θέτω εκτός λειτουργίας
- arrêt : παύση
- arrêt : στάσις
- arrêt / étreinte fatale : μοιραία περίπτυξη / θανάσιμος εναγκαλισμός
Subscribe
0 Comments


