Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

arsenic στα ελληνικά
arsenic
λέγεται
αρσενίκ
.
arsenic
σημαίνει στα ελληνικά
αρσενικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arsenic / MUL : αρσενικό
- arsenic / anhydride arsénieux : οξείδιον αρσενικού
- SAT / Tl3AsSe3 : TAS / Tl3AsSe3
- arsine / trihydrure d'arsenic : αρσίνη
- AsCl3 / trichlorure d'arsenic : AsCl3 / τριχλωρίδιο του αρσενικού
- As2S2 / rubis d'arsenic : ρουμπίνι αρσενικού
- As2S5 / pentasulfure d'arsenic : As2S5 / πενταθειούχο αρσενικό
- As2O3 / mort-aux-rats : ποντικοφάρμακο
- AsI3 / triiodure d'arsenic : AsI3
- CCA / cuivre, chrome, arsenic : ΧΧΑ / χαλκός
Subscribe
0 Comments


