Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

artillerie στα ελληνικά
artillerie
λέγεται
αρτιγιρί
.
artillerie
σημαίνει στα ελληνικά
πυροβολικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- artillerie / matériel d'artillerie : Πυροβολικό / υλικό πυροβολικού
- gear / popote : εργαλεία
- filet artillerie / filet trapèze rectangle : πριονωτό σπείρωμα
- mil / millième d'artillerie : χιλιοστό
- AAA / artillerie antiaérienne : αντιαεροπορικό πυροβολικό
- AAA / FTA : Α/Α πυροβολικό
- artillerie atomique : ατομικό πυροβολικό / πυρηνικό πυροβολικό
- niveau d'artillerie : συσκευή μέτρησης κλίσης / στάθμη τύπου πυροβολικού
- caisson d'artillerie : ρυμουλκούμενο όχημα με κιβώτιο για τη μεταφορά πυρομαχικών του πυροβολικού
Subscribe
0 Comments


