Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aspiration στα ελληνικά
aspiration
λέγεται
ασπιρασιόν
.
aspiration
σημαίνει στα ελληνικά
εισπνοή / όραμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- aspiration : αναρρόφηση
- succion / aspiration : αναρρόφηση
- aspiration / côté aspiration : πλευρά εισόδου,πλευρά αναρρόφησης
- bourrelet / aspiration : ρουφηγμένα / Σκάρτα πρέσσας
- aspiration / formage sous vide : μορφοποίηση σε κενό
- aspiration : αναρρόφησις
- aspiration : εισπνοή / απομύζηση
- aspiration / inspiration : εισπνοή
Subscribe
0 Comments


