Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

assaisonner στα ελληνικά
assaisonner
λέγεται
ασεζονέ
.
assaisonner
σημαίνει στα ελληνικά
ρίχνω (λάδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- assaisonner : αρτύζω / αρταίνω
- assaisonné : καρυκευμένος
Subscribe
0 Comments


