Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

assoupir (s’) στα ελληνικά
assoupir (s’)
λέγεται
σασουπίρ
.
assoupir (s’)
σημαίνει στα ελληνικά
αποκοιμιέμαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
