Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

atteinte στα ελληνικά
atteinte
λέγεται
ατέντ
.
atteinte
σημαίνει στα ελληνικά
πλήγμα / βολή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écophile / ménageant l'environnement : φιλοπεριβαλλοντικός / φιλικός προς το περιβάλλον
- affecter / porter atteinte : υπονομεύω / υποσκάπτω
- déficience : απομείωση / ανεπάρκεια
- nuire à / porter atteinte à : είμαι βλαπτικός
- dément / atteint de démence : άνους / παράφρων
- énoncé but / définition du problème : πρόταση στόχος
- ALARA / aussi faible que raisonnablement possible : κατώτερο ευλόγως εφικτό επίπεδο
- muet / incapable de parler : άτομο με προβλήματα ομιλίας
- rail bruyant / rail chantant : σιδηροτροχιά με κυματοειδή φθορά
- compromettre / porter atteinte : θέτω σε κίνδυνο
Subscribe
0 Comments


