Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

attirant στα ελληνικά
attirant
λέγεται
ατιράν
.
attirant
σημαίνει στα ελληνικά
ελκυστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- attirer des capitaux : προσελκύει κεφάλαια
- armature(de relais)collée / armature(de relais)attirée : οπλισμός ρελέ ενεργοποιημένος με κολλημένες επαφές / οπλισμός ρελέ ενεργοποιημένος με απομακρυσμένες επαφές
- programme visant à attirer les investissements : IAP / πρόγραμμα προσέλκυσης επενδύσεων
Subscribe
0 Comments


