Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

auriculaire στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
auriculaire
λέγεται
ορικυλέρ
.
auriculaire
σημαίνει στα ελληνικά
μικρό δάχτυλο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • intra-atrial / intra-auriculaire : ενδοκολπικός
  • sonde tubaire / sonde auriculaire : αυτικός καθετήρας / Ευσταχιανός καθετήρας
  • endaural / intra-auriculaire : ο εντός του ωτός
  • Gel auriculaire : Ωτική γέλη
  • otalgie / névralgie géniculée : ωτονευραλγία / νευραλγία του Hunt
  • voie auriculaire : Ωτική χρήση
  • marque d'oreille / marque auriculaire : αναγνωριστικό ενώτιο
  • toux auriculaire : ωτογενής βήχας
  • sous-auriculaire : υποωτικός
  • Crème auriculaire : Ωτική κρέμα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments