Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

auriculaire στα ελληνικά
auriculaire
λέγεται
ορικυλέρ
.
auriculaire
σημαίνει στα ελληνικά
μικρό δάχτυλο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- intra-atrial / intra-auriculaire : ενδοκολπικός
- sonde tubaire / sonde auriculaire : αυτικός καθετήρας / Ευσταχιανός καθετήρας
- endaural / intra-auriculaire : ο εντός του ωτός
- Gel auriculaire : Ωτική γέλη
- otalgie / névralgie géniculée : ωτονευραλγία / νευραλγία του Hunt
- voie auriculaire : Ωτική χρήση
- marque d'oreille / marque auriculaire : αναγνωριστικό ενώτιο
- toux auriculaire : ωτογενής βήχας
- sous-auriculaire : υποωτικός
- Crème auriculaire : Ωτική κρέμα
Subscribe
0 Comments


