Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

authenticité στα ελληνικά
authenticité
λέγεται
οταντισιτέ
.
authenticité
σημαίνει στα ελληνικά
γνησιότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- authenticité : γνησιότητα
- authentifier / établir l'authenticité de : επικυρώνω τη γνησιότητα / εξακριβώνω τη γνησιότητα
- marque d'authenticité : χαρακτηριστικό γνησιότητας / σημείο γνησιότητας
- certificat d'authenticité : πιστοποιητικό γνησιότητας
- authenticité des documents : γνησιότητα των εγγράφων
- attestation d'authenticité : βεβαίωση γνησιότητας
- revêtu d'une mention d'authenticité : με θεώρηση που αποδεικνύει τη γνησιότητα
- vérification de l'authenticité du titre : έλεγχος της γνησιότητας του τίτλου
- faux qui a une apparence d'authenticité / faux donnant à première vue une impression d'authenticité : νοθευμένο έγγραφο, νοθευμένο τραπεζογραμμάτιο
Subscribe
0 Comments


