Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

avorter στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
avorter
λέγεται
αβορτέ
.
avorter
σημαίνει στα ελληνικά
κάνω έκτρωση / αποτυχαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • avorter / larguer : ρίπτω / αποβάλλω
  • avorter : αποβάλλω
  • avorter / faire une fausse couche : αποβολή
  • avorter / interrompre : ματαιώνω
  • avortée / femme avortée : γυναίκα που έκαμε έκτρωση
  • abandonner / faire avorter : αποβάλλω
  • limodore à feuilles avortées : λιμόδωρο το εκτρωτικό
  • embryon vivant avorté spontanément : ζωντανό έμβρυο που αποβλήθηκε αυτόματα
  • don ultérieur du produit biologique avorté : δωρεά του αποβληθέντος βιολογικού υλικού
  • utilisation abusive de composants de foetus avorté : ακατάλληλη χρήση συστατικών αποβλημένου εμβρύου

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments