Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

banc στα ελληνικά
banc
λέγεται
μπαν
.
banc
σημαίνει στα ελληνικά
παγκάκι / πάγκος / έδρανο / εδώλιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- banc : μπάγκος
- banc : μπασκί
- banc : πάγκος / παγκάκι
- banc : βάση μηχανής
- banc / banc de sable : υποθαλάσσιος αναβαθμός / υποθαλάσσια συσσώρευση άμμου
- banc : bank
- banc : έδρα τράπεζας
- SBC / cycle normalisé sur banc : ΠΕΚ / πρότυπος εργαστηριακός κύκλος
- TNE / banc de voies : βαθμίδα σε στάθμη καναλιού
Subscribe
0 Comments


