Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

benne στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
benne
λέγεται
μπεν
.
benne
σημαίνει στα ελληνικά
καρότσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • benne / remorque à un essieu : δίτροχος ρυμούλκα / μονοαξονική ρυμούλκα
  • benne : κάδος
  • benne / benne preneuse : κάδος
  • benne / benne trémie : κάδος φόρτωσης υψικαμίνου
  • benne / benne Staehler : κάδος φόρτισης
  • benne : κάδος / κλωβός
  • benne : ανατρεπόμενη ρυμούλκα
  • dumper / tombereau : Ανατρεπόμενο όχημα / όχημα με ανατρεπόμενο κάδο
  • berline / benne roulante : μπερλίνα
  • scraper / insallation à benne racleuse : εγκατάσταση συρτού καδοφόρου εκσκαφέα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments