Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

benne στα ελληνικά
benne
λέγεται
μπεν
.
benne
σημαίνει στα ελληνικά
καρότσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- benne / remorque à un essieu : δίτροχος ρυμούλκα / μονοαξονική ρυμούλκα
- benne : κάδος
- benne / benne preneuse : κάδος
- benne / benne trémie : κάδος φόρτωσης υψικαμίνου
- benne / benne Staehler : κάδος φόρτισης
- benne : κάδος / κλωβός
- benne : ανατρεπόμενη ρυμούλκα
- dumper / tombereau : Ανατρεπόμενο όχημα / όχημα με ανατρεπόμενο κάδο
- berline / benne roulante : μπερλίνα
- scraper / insallation à benne racleuse : εγκατάσταση συρτού καδοφόρου εκσκαφέα
Subscribe
0 Comments


