Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bitume στα ελληνικά
bitume
λέγεται
μπιτύμ
.
bitume
σημαίνει στα ελληνικά
άσφαλτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bitume : άσφαλτος / βιτουμένιο
- asphalte / bitume routier : άσφαλτος / άσφαλτος οδοστρωσίας
- cut-back / bitume fluxé : ρευστοποιημένη άσφαλτος
- sol-bitume : έδαφος σταθεροποιημένο με άσφαλτο
- bitume dur : σκληρή άσφαλτος οδοστρωσίας
- bitume-brai : πισσάσφαλτος
- bitume fluxé : ασφαλτικό διάλυμα
- grave bitume : αδρανή κατεργασμένα με άσφαλτο / μίγμα αδρανών-σκληράς ασφάλτου
- sable-bitume : μίγμα άμμου-ασφάλτου / άμμος κατεργασμένη με άσφαλτο
- sable-bitume : αμμοάσφαλτος
Subscribe
0 Comments


