Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

blanc στα ελληνικά
blanc
λέγεται
μπλαν
.
blanc
σημαίνει στα ελληνικά
άσπρος / λευκός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- merlu / merlu commun : μπακαλιάρος / μπακαλιάρος μερλούκιος
- blanc / essai témoin : τυφλό / τυφλό πείραμα
- blanc : ασημής / λευκός (ασημής)
- blanc / poitrine : στήθος
- noix / blanc : φιλέτο στήθους
- blanc : τιμή τυφλού πειράματος
- blanc / blanche : λευκός
- blanc / espace : κενό
- blanc / oïdium : ωϊδιο / στάχτη
- blanc : ερυσίβη ή ωίδιον της δρυός
Subscribe
0 Comments


