Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bloc στα ελληνικά
bloc
λέγεται
μπλοκ
.
bloc
σημαίνει στα ελληνικά
μπλοκ / bloc de pierre ογκόλιθος / à bloc κάργα / en bloc όλα μαζί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bloc : μπλοκ / ομάδα
- bloc : αγροτεμάχιο
- bloc : συγκρότημα γραμματοσήμων
- bloc / mailloche : μπλόκο σχηματοδότησης
- bloc : μπλόκ γυαλιού
- bloc : μπλόκι / λιθόσωμα
- bloc / pavé : ορθογώνια περιοχή
- bloc : αποκλεισμός
- bloc : Μπλόκ
- bloc : μονάδα / ενότητα
Subscribe
0 Comments


