Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boisé στα ελληνικά
boisé
λέγεται
μπουαζέ
.
boisé
σημαίνει στα ελληνικά
δασώδης / δεντροφυτεμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- boiser : φυτεύω δάση
- boiser : φυτεύω δασικά φυτά
- déboisement / déforestation : αποψίλωση / απομάκρυνση δασών
- dune boisée : θύνη με πυκνή βλάστηση
- forêt rurale / forêt de ferme : πεδινόν δάσος ή συστάς
- zone de forêts / zone forestière : δάσος / δασική έκταση
- surface boisée / terres boisées : αραιός δενδρώνας
- tourbière boisée : δασώδης τυρφώνας
- pays très boisé : χώρα με υπερβολικό δασικό πλούτο
- superficie boisée : δασική έκταση / δασικές εκτάσεις
Subscribe
0 Comments


