Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

boisé στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
boisé
λέγεται
μπουαζέ
.
boisé
σημαίνει στα ελληνικά
δασώδης / δεντροφυτεμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • boiser : φυτεύω δάση
  • boiser : φυτεύω δασικά φυτά
  • déboisement / déforestation : αποψίλωση / απομάκρυνση δασών
  • dune boisée : θύνη με πυκνή βλάστηση
  • forêt rurale / forêt de ferme : πεδινόν δάσος ή συστάς
  • zone de forêts / zone forestière : δάσος / δασική έκταση
  • surface boisée / terres boisées : αραιός δενδρώνας
  • tourbière boisée : δασώδης τυρφώνας
  • pays très boisé : χώρα με υπερβολικό δασικό πλούτο
  • superficie boisée : δασική έκταση / δασικές εκτάσεις

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments