Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boulet στα ελληνικά
boulet
λέγεται
μπουλέ
.
boulet
σημαίνει στα ελληνικά
μπάλα / βάρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- boulet : σφαίρα
- boulet : σφύρα
- boulet / aggloméré : μπρικέτα / πλίνθος άνθρακα
- boulet / obus draineur : κυλινδρικό δόντι / στραγγιστική οβίδα
- poires / boulets : σφαίρες
- pompe à boulets : αντλία με σφαίρες
- pompe à boulets : αντλία με σφαιροειδείς βαλβίδες
- broyeur à billes / broyeur à boulets : σφαιρόμυλος
- cuiller à boulet : κοχλιάριο καθαρισμού μετά σφαιρικής δικλείδος / σύνθετος κοπτική κεφαλή και αμμοαντλία μετά σφαιρικής δικλείδος
Subscribe
0 Comments


