Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boursouflé στα ελληνικά
boursouflé
λέγεται
μπουρσουφλέ
.
boursouflé
σημαίνει στα ελληνικά
πρησμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bouffi / boursouflé : ζυμώδης / ζυμωτικός
- laitier boursoufle : σκωρία με ανώμαλη επιφάνεια
- barrette boursouflée : φουσκωμένη ράβδος
Subscribe
0 Comments


