Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bouture στα ελληνικά
bouture
λέγεται
μπουτύρ
.
bouture
σημαίνει στα ελληνικά
παραφυάδα / βλαστάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bouture : μόσχευμα
- bouture : μόσχευμα (φυτικός πολλαπλασιασμός)
- bouturer / empoter des boutures : φυτεύω μοσχεύματα
- bouture d'oeil / bouture à un oeil : μόσχευμα ενός οφθλαμού
- bouture de tige : μόσχευμα βλαστού
- bouture-greffon : εμβολιομόσχευμα
- bouture racinée : μόσχευμα με ρίζα
- petite bouture : μικρομόσχευμα
- bouture à talon : μόσχευμα οπλής
Subscribe
0 Comments


